Ο Θάνατος ανάμεσα στους δύο κόσμους
Ως έτος, ορίζεται από την αστρονομία το χρονικό διάστημα, το οποίο χρειάζεται η Γη για να κάνει μια περιστροφή γύρω από τον ήλιο. Το διάστημα αυτό ισούται με 365 μέρες, 6 ώρες, 9 λεπτά και 9,5 δευτερόλεπτα και ονομάζεται “αστρικό” έτος. Την βάση για τα ημερολόγια τόσο στην αρχαιότητα όσο και σήμερα δεν αποτελεί όμως το αστρικό, αλλά το λεγόμενο “τροπικό” έτος. Το τροπικό έτος είναι το διάστημα που χρειάζεται η Γη για να επανέλθει στο ίδιο σημείο της εκλειπτικής(της φαινομενικής τροχιάς που διαγράφει στον ουρανό). Το τροπικό έτος είναι μικρότερο κατά 20 λεπτά και 23,5 δευτερόλεπτα του αστρικού, ισούται δηλαδή με 365 μέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά, 47,548 δευτερόλεπτα ή 362,242217 μέρες.
Εκτός από τον ήλιο, πολύτιμο σύμβουλο για τη μέτρηση του χρόνου απετέλεσε και η Σελήνη με τις διαδοχικές φάσεις της, που επαναλαμβάνονται κάθε 29μέρες, 12 ώρες, 44 λεπτά και 2,98 δευτερόλεπτα. Και δεδομένου του ότι μέσα σε ένα έτος η Σελήνη περιστρέφεται περίπου 12 φορές γύρω από τη Γη, ήταν φυσικό να ληφθεί η κίνηση της Σελήνης ως βάση για πολλά αρχαία ημερολόγια(άλλωστε μέχρι σήμερα οι Μουσουλμάνοι χρησιμοποιούν σεληνιακό έτος 354 ημερών).
Τα ημερολόγια των αρχαίων Ελλήνων ήσαν σεληνο-ηλιακά, ελάμβαναν δηλαδή υπόψη τόσο τις φάσεις της Σελήνης, όσο και την κίνηση του ηλίου στην εκλειπτική.
Η ενασχόληση με το ημερολόγιο των αρχαίων Ελλήνων είναι δύσκολη υπόθεση, καθώς, σε κάθε πόλη σχεδόν, υπήρχε διαφορετικό σύστημα χρονολογήσεως, βασιζόμενο σε άρχοντες, ιερείς κ.τ.ο. Σαν να μην έφτανε αυτό, το ίδιο το έτος υπολογιζόταν με διαφορετικό τρόπο σε κάθε τόπο. Διαφορετική εποχή ενάρξεως(άλλοι άρχιζαν το χρόνο από το θερινό ηλιοστάσιο, άλλοι από την εαρινή ισημερία, άλλοι από το χειμερινό ηλιοστάσιο κ.τ.λ.), διαφορετικά ονόματα μηνών, διαφορετική αρίθμηση τους (όταν τύχαινε να έχουν τα ίδια ονόματα) και διαφορετική χρήση των εμβόλιμων μηνών, καθιστούσαν απαραίτητη την παράλληλη χρήση διαφόρων συστημάτων, για τη διασαφήνιση της χρονολογήσεως ενός γεγονότος σε ένα ευρύ σύνολο ακροατών ή αναγνωστών. Κοινή πάντως για όλους τους Έλληνες ήταν η χρήση του σεληνο-ηλιακού ημερολογίου, μια και η Σελήνη έπαιζε σημαντικότατο λατρευτικό ρόλο.
Ο μήνας(δηλαδή το χρονικό διάστημα μεταξύ δυο ομοίων φάσεων της Σελήνης) υπολογιζόταν χονδρικά στις 29,5 μέρες(με μικρή απόκλιση όπως είδαμε παραπάνω). Το ελληνικό έτος, λοιπόν, απετελείτο από 12 μήνες εκ των οποίων οι μισοί ήσαν 29 ημερών(και ονομάζονταν κοίλοι). Πλήρεις και κοίλοι μήνες, εναλλάσσονταν στο ημερολόγιο και έτσι ένα πλήρες έτος είχε 354 ημέρες. Το σεληνιακό, όμως, αυτό έτος ήταν 11 ημέρες βραχύτερο του ηλιακού τροπικού. Αυτό είχε ως συνέπεια να μην αρχίζει πάντοτε την ίδια εποχή. Οι Αρχαίοι αντελήφθησαν γρήγορα το σφάλμα, διότι οι εορτές τους και η όλη λατρεία τους ήταν στενά συνδεδεμένες με τις εποχές του χρόνου.
Έγιναν, λοιπόν, προσπάθειες να διορθωθούν τα λάθη και να βρεθεί τρόπος να συμπέσουν το σεληνιακό με το ηλιακό έτος, ώστε οι καθιερωμένες λατρευτικές πράξεις να γίνονται στην πρέπουσα εποχή. Κατ’αρχάς προσέθεταν ανά διετία έναν εμβόλιμο μήνα των 22 ημερών. Όμως, γρήγορα διαπιστώθηκε ότι λόγω της μεγαλύτερης διάρκειας του ηλιακού έτους κατά 0,25 περίπου ημέρες, πρέπει να προστίθεται μια ημέρα κάθε 4 χρόνια. Οι αρχαίοι χώριζαν λοιπόν την τετραετία σε δυο διετίες. Ο εμβόλιμος μήνας της πρώτης είχε 22 ημέρες και της δεύτερης 23. Και πάλι, όμως, διαφορά υπήρχε και δημιουργούσε προβλήματα.
Άρχισε, λοιπόν, να αναζητείται η λύση σε μεγαλύτερες χρονικές περιόδους ή “κύκλους”. Μια τέτοια περίοδος ονομαζόταν από τους Αρχαίους “μέγας ενιαυτός”. Μια πρώτη προσπάθεια για τον καθορισμό ενός μεγάλου ενιαυτού έγινε με την “οκταετηρίδα”, όπως την ονόμαζαν, κατά τον 6ο αι.π.χ. Τα 8 σεληνιακά έτη της εν λόγω περιόδου υπολείπονται περίπου 90 ημέρες των ηλιακών. Γι’αυτό προσέθεσαν σε τρία από τα σεληνιακά έτη(στο τρίτο, στο πέμπτο και στο όγδοο) έναν εμβόλιμο μήνα 30 ημερών, ώστε να συμπληρώνονται οι 90 μέρες που έλειπαν.
Η οκταετηρίδα,όμως, με την πάροδο του χρόνου παρουσιάζει σημαντικό λάθος. Προσπάθησαν, λοιπόν, να το διορθώσουν με την δημιουργία της εκκαιδεκαετηρίδος, μιας περιόδου δηλαδή 16 ετών, η οποία αποτελείτο από 2 οκταετηρίδες και περιελάμβανε διορθωτική πρόσθεση τριών ημερών. Βασικό σφάλμα, όμως αποτελούσε το γεγονός ότι τις διορθώσεις τις έκαναν πάντοτε με πλήρεις μήνες. Και στην 16ετηρίδα αυτό το γεγονός κατέληγε σε απόκλιση ολόκληρου μηνός μετά πάροδο 160 ετών.
Το πρόβλημα έλυσε ο αστρονόμος Μέτων ο Αθηναίος, ο οποίος κατά την 13η Σκιροφοριώνος, επί άρχοντος Αψευδούς(432 π.χ.), άρχισε να εφαρμόζει στην Αθήνα την εννεακαιδεκατηρίδα, που έλαβε και το όνομα του, “Μέτωνος ενιαυτός”. Ο κύκλος του Μέτωνος αποτελείτο από 235 μήνες, εκ των οποίων 125 ήσαν πλήρεις και 110 κοίλοι. Για να υπάρχει καλύτερη αντιστοιχία στα φαινόμενα (δηλαδή κατά κύριο λόγο στις φάσεις της Σελήνης), από τους κοίλους μήνες δεν αφήρεσε την τριακοστή ημέρα, αλλά όρισε να αφαιρείται(να θεωρείται “εξαιρέσιμος”) μια μέρα ανά 64.
Η μεταρρύθμιση του Μέτωνος έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το λαό των Αθηνών και ο μετώνειος κύκλος συνέχισε να χρησιμοποιείται από το λαό ακόμα και μετά από τις διορθώσεις, που του έγιναν από μεταγενέστερους αστρονόμους.
Για την ακρίβεια, ο μετώνειος ενιαυτός είναι κατά επτάμισι περίπου ώρες μεγαλύτερος από τον κανονικό. Το λάθος αυτό επεχείρησε να διορθώσει ο κυζικηνός αστρονόμος Κάλλιπος, ο οποίος στις 28 ή 29 Ιουνίου του 330π.χ. έθεσε σε εφαρμογή στην Αθήνα, όπου είχε μετοικήσει, την εκκαιεβδομηκονταετηρίδα, μια περίοδο αποτελούμενη από 4 μετωνείους κύκλους(76 έτη) μειωμένη κατά μια ημέρα(μάλλον αφηρείτο η τελευταία ημέρα του εβδομηκοστού έκτου έτους). Μια περαιτέρω διόρθωση του Καλλιπείου συστήματος έγινε περί το 150π.χ. από τον Ίππαρχο, αστρονόμο από την Βιθυνία, ο οποίος πρότεινε περίοδο 304 ετών (3760 μηνών, από τους οποίους οι 1795 πλήρεις και οι 1965 κοίλοι), η διαφορά όμως δεν εξαλείφθηκε πλήρως, καθώς πάλι προέκυπτε σφάλμα μιας ημέρας ανά 222 χρόνια. Αυτή ήταν η τελευταία διόρθωση που έγινε στο σεληνοηλιακό ημερολόγιο.
Με τον καιρό οι Έλληνες υιοθέτησαν το ηλιακό ημερολόγιο, όπως αυτό διαμορφώθηκε το 45 π.χ. από τον Σωσιγένη, τον Αλεξανδρινό αστρονόμο, για λογαριασμό του Ιουλίου Καίσαρος, ο οποίος ήθελε να βάλει τάξη στο χάος του Ρωμαϊκού ημερολογίου. Ο Σωσιγένης για την μεταρρύθμιση του βασίσθηκε στο ηλιακό έτος. Επιμήκυνε κατ’αρχάς το έτος 45π.χ. στις 445 μέρες, εξ ου και το έτος εκείνο ονομάσθηκε “annum confusiosis” (έτος συγχύσεως). Έπειτα προσέθεσε στους ρωμαϊκούς μήνες των 29 ή 30 ημερών μια ή δυο ημέρες, ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των 365 ημερών. Κάθε 4 χρόνια, το έτος θα είχε διάρκεια 366 μέρες.
Αυτό, διότι το τροπικό έτος υπολογιζόταν τότε ότι είχε 362,25 ημέρες, οπότε με την προσθήκη της μιας ημέρας ανά τετραετία, εξομαλυνόταν η διαφορά. Η επιπλέον ημέρα προστέθηκε στον Φεβρουάριο, ο οποίος για θρησκευτικούς λόγους είχε μείνει με 28 ημέρες(ήταν αφιερωμένος στους θεούς του κάτω κόσμου). Η ημέρα μπήκε μετά την έκτη προ των Καλενδών του Μαρτίου και ονομάστηκε “δις έκτη προ των Καλενδών”. από εκεί ονομάστηκαν “δίσεκτα” και τα έτη με επιπλέον ημέρα.
Το “Ιουλιανό” ημερολόγιο, έγινε το επίσημο ημερολόγιο της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και επικράτησε αργότερα σε ολόκληρη την Ευρώπη για πολλούς αιώνες, μέχρι τη διόρθωση και αντικατάσταση του από τον πάπα Γρηγόριο ΙΓ’, το 1582. Η βασική διόρθωση συνίστατο στο εξής: Ο Σωσιγένης είχε υπολογίσει το έτος στις 362,25 μέρες αντί των 365,242217. Έτσι προσέθετε ανά 128 χρόνια μια σχεδόν μέρα παραπάνω. Στα χρόνια του Γρηγορίου η διαφορά είχε φθάσει τις 10 ημέρες.
Ο πάπας(με τη συνεργασία του αστρονόμου Λίλιο από την Καλαβρία) “προσπέρασε” 10 μέρες το 1582 (μετά την 4η Φεβρουαρίου ήρθε η 15η και όχι η 5η) και όρισε από τα επαιώνια έτη (1400,1500, 1600 κ.ο.κ.) να ορίζονται ως δίσεκτα μόνο αυτά που διαιρούνται δια του 1400. Έτσι μειωνόταν ο αριθμός των δίσεκτων ετών και η απόκλιση από το τροπικό έτος.
Πρέπει να σημειωθεί πάντως, ότι ήδη από τον 14ο αιώνα, ο Νικηφόρος Γρηγοράς είχε επισημάνει τις ατέλειες του Ιουλιανού ημερολογίου και είχε προτείνει τις διορθώσεις, που τελικά υιοθέτησαν από τον πάπα Γρηγόριο. Το νέο ημερολόγιο, που ονομάσθηκε “γρηγοριανό”, σταδιακά υιοθετήθηκε από όλα τα κράτη της Ευρώπης και τελικώς και από την Ελλάδα μόλις το 1923 (η καθυστέρηση οφειλόταν σε θρησκευτικά αίτια, τα οποία ακόμη δεν έπαψαν να οδηγούν ορισμένους στην άρνηση της μεταρρυθμίσεως).
Πηγή: "Αστυνομική Επιθεώρηση"
Συγγραφέας: Χρήστος Γ. Ρήγας
Πηγή:www.kazam.gr